Δευτέρα, 4 Νοεμβρίου 2013

O πλανήτης αναπνέει καρκίνο

Γιατί δεν µετρούν όλοι οι σταθµοί του ΥΠΕΚΑ τις συγκεντρώσεις των αιωρούµενων σωµατιδίων, του πιο επικίνδυνου ρύπου; Πόσο επιβαρύνει η αιθαλοµίχλη από τζάκια και ξυλόσοµπες; ∆εκαπέντε ηµέρες µετά τη συγκλονιστική ανακοίνωση του Παγκόσµιου Οργανισµού Υγείας ότι η ατµοσφαιρική ρύπανση είναι η βασική περιβαλλοντική αιτία για τον καρκίνο του πνεύµονα, το «Κ» µελέτησε όλες τις πρόσφατες έρευνες, µίλησε µε τρεις καθ’ ύλην αρµόδιους επιστήµονες και απαντά σε όλα τα ερωτήµατα.


Ενας άνθρωπος παίρνει χιλιάδες αναπνοές κάθε µέρα. Περίπου 10.000 λίτρα αέρα εισέρχονται στους πνεύµονές µας και, µαζί, σηµαντικές δόσεις ρύπων. Εδώ και δεκαετίες υπήρχε ανησυχία για το αν αυτοί οδηγούν στην εµφάνιση καρκίνου, ωστόσο έως σήµερα η σύνδεση δεν είχε µελετηθεί συστηµατικά. Tα 1,3 εκατοµµύρια κρούσµατα καρκίνου του πνεύµονα ετησίως το κατέστησαν απαραίτητο.

Στις 17 Οκτωβρίου, η ∆ιεθνής Υπηρεσία Ερευνών για τον Καρκίνο (IARC) του Παγκόσµιου Οργανισµού Υγείας ανακοίνωσε ότι κατατάσσει επίσηµα την ατµοσφαιρική ρύπανση συνολικά στα βασικά περιβαλλοντικά αίτια εµφάνισης του συγκεκριµένου καρκίνου. Σήµερα, το 3 - 5% των κρουσµάτων καρκίνου του πνεύµονα παγκοσµίως αποδίδονται στη ρύπανση. Σύµφωνα µε τον ΠΟΥ, οι σχετιζόµενοι µε τα σωµατίδια θάνατοι από καρκίνο ήταν 62.000 το 2004. Ωστόσο, η µέτρησή τους περιλαµβάνει τόσους παράγοντες και τα νούµερα είναι τόσο ευµετάβλητα, που το 2010 υπολογίστηκαν στις 223.000.

Πριν από τρεις µήνες, το επιστηµονικό περιοδικό Lancet Oncology δηµοσίευσε τα συµπεράσµατα του προγράµµατος ESCAPE, µιας από τις µεγαλύτερες έρευνες που έχουν γίνει για τις µακροχρόνιες επιδράσεις της έκθεσης σε ατµοσφαιρικούς ρύπους και τον καρκίνο του πνεύµονα. Στο πρόγραµµα αυτό συµµετείχε και το Εργαστήριο Υγιεινής, Επιδηµιολογίας και Ιατρικής Στατιστικής της Ιατρικής Αθηνών, µε επιστηµονική υπεύθυνη την καθηγήτρια Κλέα Κατσουγιάννη. Στην εργασία, που συµπεριλαµβάνει δεδοµένα από 17 περιοχές σε 9 χώρες της Ευρώπης και 310.000 άτοµα συνολικά (5.000 στην Αθήνα), βρέθηκε ότι η µακροχρόνια έκθεση στα αιωρούµενα σωµατίδια συνδυάζεται µε αύξηση του κινδύνου για καρκίνο στον πνεύµονα (ιδίως του αδενοκαρκινώµατος) ακόµη και σε επίπεδα έκθεσης χαµηλότερα των θεσµοθετηµένων ορίων.

Για να λύσουµε τις απορίες µας, απευθυνθήκαµε στην καθηγήτρια Ιατρικής Στατιστικής και Επιδηµιολογίας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστηµίου Αθηνών Κλέα Κατσουγιάννη, στον διευθυντή του Τµήµατος Υγιεινής και Επιδηµιολογίας στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστηµίου Αθηνών ∆ηµήτρη Τριχόπουλο και στον καθηγητή της Σχολής Χηµικών Μηχανικών του Πολυτεχνείου Γιάννη Ζιώµα.

Πώς η ρύπανση µπορεί να προκαλέσει καρκίνο του πνεύµονα;

Σύµφωνα µε τον κ. ∆ηµήτρη Τριχόπουλο, οι µηχανισµοί είναι δύο. Στον πρώτο τα καρκινογόνα µικροσωµατίδια εισέρχονται και παραµένουν επί µακρόν στον πνεύµονα και δρουν σωρευτικά, µε πιθανότητα να προκαλέσουν καρκινογένεση αν η έκθεση είναι χρόνια και συνεχής. Στον δεύτερο µηχανισµό οι ρυπαντές προάγουν χρόνιες φλεγµονές, ακόµη και µικρές, που δεν έχουν κλινικά συµπτώµατα, οι οποίες όµως αποτελούν παράγοντα καρκινογένεσης.

Ποιοι ρύποι ενοχοποιούνται περισσότερο;

Κυρίως τα αιωρούµενα σωµατίδια (PM), καθώς και οι πολυκυκλικοί αρωµατικοί υδρογονάνθρακες, µε κυριότερο το βενζο(α)πυρένιο. Οι ρύποι αυτοί προέρχονται από όλες τις καύσεις, κυρίως της ηλεκτροπαραγωγής, της βιοµηχανίας, των µεταφορών, της καύσης βιοµάζας για θέρµανση και µαγείρεµα.

Τι είναι τα αιωρούµενα σωµατίδια;

«Εχουµε δύο τύπους ρύπων», λέει η κ. Κλέα Κατσουγιάννη. «Αέριους και σωµατιδιακούς. Οι αέριοι είναι οι γνωστοί, π.χ. το διοξείδιο του αζώτου, έχουν γνωστή χηµική σύσταση, τους µετράµε. Οι σωµατιδιακοί είναι µικρά σωµατίδια ύλης, µη ορατά µε το µάτι, που έχουν χηµική και φυσική σύσταση: διαθέτουν µορφή, όγκο, επιφάνεια. Η χηµική τους σύσταση ποικίλλει ανάλογα µε τις πηγές και τις µετεωρολογικές συνθήκες. Εποµένως, µπορεί στο Γουδί να εισπνέω άλλα σωµατίδια από ό,τι στον Βύρωνα. Πρόκειται για τον πιο περίεργο ρύπο και αυτόν για τον οποίο έχουµε τα περισσότερα τεκµήρια ότι βλάπτει την υγεία. Είναι ό,τι πιο επικίνδυνο ξέρουµε αυτήν τη στιγµή». Τα αιωρούµενα σωµατίδια (PM) χωρίζονται σε δύο κατηγορίες, τα PM10, µε ισοδύναµη αεροδυναµική διάµετρο έως 10 µm, και τα PM2,5 µε ισοδύναµη αεροδυναµική διάµετρο έως 2,5 µm. Οσο µικρότερα είναι, τόσο πιο επικίνδυνα για τον ανθρώπινο οργανισµό, αφού επιτυγχάνουν µεγαλύτερη διείσδυση. ∆εν παραµένουν όλα στον πνεύµονα, κάποια περνούν στην κυκλοφορία του αίµατος, κάποια φτάνουν έως τον εγκέφαλο. Το πρόγραµµα ESCAPE υπολόγισε πως για κάθε 5 µικρογραµµάρια αύξησης των ετήσιων συγκεντρώσεων των σωµατιδίων κάτω των 2,5 µm αυξάνεται ο κίνδυνος εµφάνισης καρκίνου του πνεύµονα κατά 18%. Για κάθε αύξηση κατά 10 µικρογραµµάρια των σωµατιδίων κάτω των 10 µm αυξάνεται κατά 22%, µε µεγαλύτερη επίδραση στην εµφάνιση αδενοκαρκινώµατος.

Πόσο µας προφυλάσσουν τα ανώτερα επιτρεπτά όρια;

Το σηµαντικότερο εύρηµα των ερευνών είναι πως δεν υπάρχει «ασφαλές» επίπεδο συγκέντρωσης των αιωρούµενων σωµατιδίων. Ακόµη και η ελάχιστη ποσότητα είναι βλαβερή. Συνεπώς, τα όρια που θεσµοθετούνται από την Ε.Ε. δεν επαρκούν. «Ολες οι µελέτες που έχουν γίνει, ακόµη και σε µέρη πολύ “καθαρότερα”, πάντα βρίσκουν συσχέτιση των σωµατιδίων µε µακροχρόνιες επιδράσεις», τονίζει η κ. Κατσουγιάννη. «Οταν στις αρχές της δεκαετίας του 2000 συζητούνταν στην Ε.Ε. οι κατευθυντήριες γραµµές για την ποιότητα του αέρα, δεν είχαν προταθεί όρια για τα σωµατίδια. Τότε φώναζα ότι αυτό δεν είναι καλό, γιατί ήξερα ότι στην Ελλάδα, αν η κυβέρνηση δεν έχει νοµική υποχρέωση κάποιου ορίου, ουδόλως θα ασχοληθεί. Το 2005 τέθηκαν για πρώτη φορά όρια». Τα όρια που έθεσε η Ε.Ε. είναι 50 µg µέση συγκέντρωση σε 24ωρη βάση και 40 σε µέση ετήσια για τα PM10 και 25 µg µέση ετήσια για τα PM2,5 - τιµή που προκάλεσε αντιδράσεις καθώς θεωρείται υψηλή. Αντίθετα, τα όρια του ΠΟΥ είναι πολύ πιο αυστηρά. Το ποσοστό του ευρωπαϊκού αστικού πληθυσµού που εκτίθεται σε επικίνδυνες συγκεντρώσεις σωµατιδίων είναι, σύµφωνα µε τα όρια της Ε.Ε., 31%, ενώ σύµφωνα µε του ΠΟΥ 96%!

«∆εν υπάρχει αυτό που λέµε ολίγον έγκυος», λέει χαριτολογώντας ο κ. Γιάννης Ζιώµας. «Οι ρύποι έχουν µια αθροιστική επίδραση όταν η έκθεση είναι συνεχής, ακόµη και σε µικρές συγκεντρώσεις. ∆εν υπάρχει όµως πιθανότητα να καταφέρουµε να µην εκπέµπουµε καθόλου ρύπους. Εκεί πρέπει να βρούµε µια ισορροπία “του τρόµου”, να θέσουµε τις προτεραιότητές µας». Η κ. Κατσουγιάννη συνεχίζει: «Κάθε µέρα ο καθένας εκτίθεται σε κινδύνους. Υπάρχει όµως και η έννοια του αποδεκτού κινδύνου, ποιον κίνδυνο δέχεσαι ως κοινωνία, τι προτιµάς να θυσιάσεις. Αλλά, για να µπορεί η κοινωνία να αποφασίζει, πρέπει να είναι ενηµερωµένη».

Τι θα µπορούσαµε να κάνουµε;

«Το να πιέζουµε τις αυτοκινητοβιοµηχανίες να κατασκευάζουν “καθαρότερα” αυτοκίνητα ήδη γίνεται», επισηµαίνει η κ. Κατσουγιάννη. «Οµως, στην Ελλάδα, ειδικά τώρα µε την κρίση, ο στόλος δεν ανανεώνεται πλέον - αντίθετα, µπαίνουν στην κυκλοφορία όλο και περισσότερα παλιά αυτοκίνητα που δεν ελέγχονται. Η θέρµανση µε καύση βιοµάζας, που παρατηρήθηκε πέρυσι, επιβάρυνε την κατάσταση. Τα τζάκια και οι ξυλόσοµπες παράγουν αιωρούµενα σωµατίδια, τα οποία προστίθενται σε όσα ήδη έχουµε από τα Ι.Χ. Απελευθερώνουν επίσης πολυκυκλικούς αρωµατικούς υδρογονάνθρακες, όπως το βενζο(α)πυρένιο, που είναι καρκινογόνοι, καθώς και αιθάλη. Το θέµα της ατµοσφαιρικής ρύπανσης πρέπει να το βλέπουµε σφαιρικά, γι’ αυτό και θεώρησα ότι δηµιουργήθηκε εκ του πονηρού ο περσινός πανικός µε τα τζάκια. Οχι γιατί δεν είναι επιβαρυντικά, αλλά γιατί ξαφνικά όλη αυτή η συζήτηση µετέφερε την ευθύνη του κράτους στον πολίτη. Την ίδια ώρα που για τη νοθεία του πετρελαίου το κράτος δεν έχει κάνει τίποτα. Η καύση νοθευµένου πετρελαίου κίνησης µε πετρέλαιο θέρµανσης που περιέχει πολύ περισσότερο θείο είναι καρκινογόνος! Στις ανεπτυγµένες οικονοµίες έχουµε απαλλαγεί από το θείο, γιατί έχει µειωθεί στην περιεκτικότητα της βενζίνης. Στην Ελλάδα το ξαναβάλαµε στο παιχνίδι λόγω της νοθείας. Οταν στο ESCAPE κάναµε ανάλυση στα σωµατίδια για να δούµε τη σύστασή τους, η Αθήνα και το Ηράκλειο ήταν οι πρωταθλητές στα θειούχα, λόγω της νοθείας του ντίζελ».

Η ατµοσφαιρική ρύπανση είναι εξίσου επιβαρυντική για τον πνεύµονα όσο το τσιγάρο;

Κατηγορηµατικά όχι. «Ενας άνθρωπος που καπνίζει δύο πακέτα τσιγάρα την ηµέρα εικοσαπλασιάζει τον κίνδυνο εµφάνισης καρκίνου», λέει ο κ. Τριχόπουλος. «Ενας άνθρωπος που εκτίθεται σε ατµοσφαιρική ρύπανση τον διπλασιάζει. Η έκθεση σε ατµοσφαιρική ρύπανση έχει επίδραση της αυτής τάξεως µε το παθητικό κάπνισµα».

Οι χειρουργικές µάσκες από το φαρµακείο µπορούν να µας προστατεύσουν;

Οχι. Oι µάσκες αυτές δεν σταµατούν τους ρύπους. Οι αέριοι ρύποι, αλλά και τα σωµατίδια που είναι εξαιρετικά µικρά, διαπερνούν τη µάσκα, η οποία µπορεί να φανεί χρήσιµη µόνο σε επεισόδια σκόνης. Σε αυτές τις περιπτώσεις, όπου µεγάλες µάζες σκόνης έρχονται από την Αφρική, τα σωµατίδια είναι αρκετά µεγάλα και τα φίλτρα της µάσκας τα παγιδεύουν.

Κενά στις µετρήσεις στην Ελλάδα

Τι γίνεται στην Ελλάδα; Υπάρχει χάρτης που να υποδεικνύει τις πιο επικίνδυνες περιοχές; Η απάντηση είναι «όχι». Υπάρχουν διάφορες µετρήσεις, κυρίως για την Αττική, όπου οι σταθµοί του ΥΠΕΚΑ είναι περισσότεροι και γίνεται πιο συστηµατική δουλειά. Μετρήσεις γίνονται και στη Θεσσαλονίκη από δύο δίκτυα, του δήµου και της περιφέρειας. Οι περιφέρειες, άλλωστε, είναι υπεύθυνες πια για τη µέτρηση σε πόλεις εκτός της Αθήνας. Ωστόσο, οι σταθµοί µέτρησης στην υπόλοιπη Ελλάδα είναι τόσοι όσο να καλύπτονται οριακά οι απαιτήσεις της ευρωπαϊκής οδηγίας. Για παράδειγµα, υπάρχουν πόλεις µε σοβαρό πρόβληµα αιθαλοµίχλης, όπως η ∆ράµα και η Ξάνθη, όπου η ρύπανση δεν µετριέται. Η ρύπανση επίσης δεν µετριέται στα νησιά, αλλά και σε µεγάλο κοµµάτι της ∆υτικής Ελλάδας. Σύµφωνα µε τον κ. Ζιώµα, η χαρτογράφηση της ατµοσφαιρικής ρύπανσης στη χώρα θα αρχίσει στο τέλος του 2013.

Οσον αφορά την Αττική, η πιο πρόσφατη ετήσια έκθεση της ∆ιεύθυνσης Ελέγχου Ατµοσφαιρικής Ρύπανσης και Θορύβου (ΕΑΡΘ) δείχνει ότι το 2012 σε κανέναν σταθµό δεν ξεπεράστηκαν τα όρια για κανέναν ρύπο. Ηταν η πρώτη χρονιά που συνέβη αυτό - λόγω της κρίσης. Παρ’ όλα αυτά, έχει ενδιαφέρον να παρατηρήσει κανείς το ποιους ρύπους µετρούν ποιοι και πόσοι σταθµοί. Από τους 20 σταθµούς που λειτουργεί το υπουργείο στο Λεκανοπέδιο Αττικής, µόλις τέσσερις µετρούν τα αιωρούµενα σωµατίδια κάτω των 2,5 µm - τον πιο επικίνδυνο σύγχρονο ρύπο. Ο λόγος; Σύµφωνα µε τον κ. Ζιώµα, λόγω τοποθεσίας δεν µπορούν να κάνουν όλοι οι σταθµοί αυτές τις µετρήσεις και επίσης η Ε.Ε. δεν υποχρεώνει τις χώρες-µέλη να µετρούν συστηµατικά τον συγκεκριµένο ρύπο!

Σε αυτούς τους τέσσερις σταθµούς τώρα (Λυκόβρυση, Πειραιάς, Αγία Παρασκευή, Γουδί) η έκθεση αναφέρει απλώς ότι δεν ξεπεράστηκαν τα όρια ασφαλείας (το 25 µm, δηλαδή, που θεωρείται εξαιρετικά υψηλό), χωρίς όµως να δίνει συγκεκριµένες τιµές.

Σύµφωνα µε τον κ. Ζιώµα, η Θεσσαλονίκη έχει επίσης λόγους να ανησυχεί, καθώς οι συγκεντρώσεις σε σωµατίδια παρουσιάζονται συχνά υψηλότερες από της Αθήνας. Αυτό όχι µόνο λόγω της βιοµηχανικής δραστηριότητας, αλλά και λόγω της κατασκευής της πόλης. Ψηλότερα κτίρια, στενότεροι δρόµοι, τοποθετηµένη κάθετα προς τη ροή του ανέµου, δύσκολα καθαρίζει, ενώ το περισσότερο κρύο για µεγαλύτερη χρονική περίοδο αυξάνει τις εκποµπές από την οικιακή θέρµανση.

(kathimerini)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου