Σάββατο, 3 Αυγούστου 2013

«Ελύτης και Ρίτσος δεν δέχθηκαν να μοιραστούν το Νόμπελ»

Ο άνθρωπος που συζητά, υποδορίως περιπαικτικά, για τον Χόνεκερ και τη σημερινή Αριστερά παρέα με τον Θόδωρο Τερζόπουλο, στον προσωπικό χώρο που διατηρεί ο Ελληνας σκηνοθέτης πάνω απ' το θέατρο «Αττις», είναι το ίδιο πρόσωπο που την άνοιξη του 1979 η Σουηδική Ακαδημία έστειλε να ρωτήσει διερευνητικά τον Ελύτη και τον Ρίτσο αν θα δέχονταν να μοιραστούν το Νόμπελ. 


 Ο Ινγκεμαρ Ρέντιν, ο Σουηδός φιλόλογος και μεταφραστής που ο Ελύτης παραδεχόταν πως του οφείλει το Νόμπελ του, έχει μια μόνιμη σχέση έρωτα όχι μονάχα με την ελληνική ποίηση, που επιμένει να μεταφράζει από τα νιάτα του, αλλά και με τη χώρα μας.
«Μπορεί να πρωτοσυναντηθήκαμε επί Χόνεκερ, στο Ανατολικό Βερολίνο, αλλά δεν ήμασταν Στάζι», διαπιστώνει ο Τερζόπουλος. «Εγώ όμως είμαι Στάζι», του αντιγυρίζει γελώντας ο θεόρατος Σουηδός, που ξαναβρέθηκε στην Ελλάδα εν μέσω ενός ζεστού καλοκαιριού, προκειμένου να μετάσχει στο συμπόσιο «Κ.Π. Καβάφης. Ελληνικός και Οικουμενικός», με μια εισήγηση που είχε τίτλο «"Λέξεις που λεν και κρύβουν". Ο τόνος και το ανέκφραστο στοιχείο». (Η διοργάνωση ήταν του Ευρωπαϊκού Πολιτιστικού Κέντρου Δελφών.)

Ξεναγός
 
Τον Ελύτη ο Ρέντιν τον γνώρισε πρώτη φορά με την ιδιότητα του ξεναγού. «Πρωτάκουσα το "Ενα το χελιδόνι" στη Λίνδο. Το γκρουπ των Σουηδών που ξεναγούσα με ρώτησε ποιος έχει γράψει το τραγούδι. Κι εγώ απάντησα με ένα ψέμα. Οτι είναι πανάρχαιο, ένα αρχαίο τραγούδι. Αργότερα ένας Ελληνας φίλος μού είπε ότι επρόκειτο για Θεοδωράκη και Ελύτη. Αυτή ήταν ουσιαστικά η πρώτη μου γνωριμία με τον ποιητή».

Επέστρεψε στη Σουηδία. Ακόμα δεν είχε γίνει το πραξικόπημα των συνταγματαρχών. Οταν το πληροφορήθηκε, τα μάτια του ήταν διαρκώς στραμμένα στην Ελλάδα. «Οπως και των υπόλοιπων Σουηδών». Στη χώρα του ξαφνικά βρέθηκαν αυτοεξόριστοι πολλοί Ελληνες διανοούμενοι, ποιητές και καλλιτέχνες, μεταφέροντας όσα συνέβαιναν στη γενέτειρά τους, που είχε μπει βιαίως στο γύψο. «Οι Ελληνες ποιητές που συμμετείχαν στον αντιδικτατορικό αγώνα γράφοντας ενάντια στη χούντα μού ζήτησαν να τους μεταφράσω. Και ενώ αρχικά τους είπα ότι δεν μπορώ, τελικά κάμφθηκα».

Ετσι ξεκινά μια μεταφραστική περιπέτεια που εκτείνεται από τον Καβάφη και τον Σεφέρη μέχρι την Κική Δημουλά, τον Χάρη Βλαβιανό, την Αγγελάκη-Ρουκ και τον Γιάννη Στίγκα. «Εχω βεβαίως μεταφράσει οτιδήποτε έχει μελοποιήσει ο Μίκης. Τον αισθανόμουν σαν πατέρα μου. Και με τον Ελύτη μάς συνέδεσε όμως μια πολύ βαθιά φιλία».

- Αληθεύει ότι ο Ελύτης σάς οφείλει το Νόμπελ;
«Οταν με στείλανε από την Ακαδημία να ρωτήσω και τον Ελύτη και τον Ρίτσο αν θα δέχονταν να μοιραστούν το Νόμπελ, αμφότεροι ήταν "ή ταν ή επί τας". Ηθελαν το Νόμπελ μόνο για τον εαυτό τους».

- Ηταν ιδεολογικοί οι λόγοι που δεν δόθηκε το Νόμπελ στον Ρίτσο;
«Οχι. Είχα αρχίσει να μεταφράζω το πρώτο βιβλίο του "Αξιον Εστί", τη "Γένεση". Και το είχα δώσει και στη Σουηδική Ακαδημία. Το γεγονός αυτό άλλαξε τις ισορροπίες. Εγιναν 5-6, υπέρ του Ελύτη. Φταίω, δηλαδή, κι εγώ σ' ένα βαθμό για το Νόμπελ του».

- Το Νόμπελ το άξιζε παρά ταύτα εξίσου και ο Ρίτσος;
«Οχι. Εχει γράψει πάρα πολύ ωραία ποιήματα. Αλλά κανένα δεν φτάνει το "Αξιον Εστί". Κανένας Ελληνας ποιητής δεν έχει γράψει τέτοιο έργο!».

- Υπονοείτε ότι ο Ελύτης είναι ο ανώτερος μεταξύ των Ελλήνων ποιητών;
«Οχι, ο Καβάφης είναι πρώτος. Και αμέσως μετά έρχεται ο Σεφέρης».

Τα κριτήρια
 
- Με ποια κριτήρια μπορείτε τόσο εύκολα να κατατάσσετε τους ποιητές σε πρώτους και δεύτερους; Μετριέται τόσο εύκολα η ποίηση;
«Η ποίηση δεν φτιάχνεται από ιδέες, αλλά απ' τη γλώσσα. Το μείζον είναι πώς ο ποιητής μεταχειρίζεται το γλωσσικό όργανο. Αυτό εξετάζω και εγώ ως φιλόλογος».

- Τα τελευταία χρόνια τα Νόμπελ δίνονται και βάσει πολιτικών κριτηριών;
«Δεν το πιστεύω. Μολονότι υπάρχει ένα παράδειγμα που συνδέεται με την πολιτική. Ο Καζαντζάκης έπρεπε να είχε πάρει Νόμπελ. Αλλά η πολιτική δεν του το επέτρεψε. Τον μπλόκαρε η ελληνική πρεσβεία».

- Από τους σύγχρονους Ελληνες ποιητές που έχετε μεταφράσει υπάρχει κάποιος που θα άξιζε με το σπαθί του Νόμπελ;
«Η Δημουλά. Είναι η δυσκολότερη και στη μετάφραση. Μεταχειρίζεται τη γλώσσα με έναν πολύ καινούργιο τρόπο. Ενώ περιγράφει τα καθημερινά, τα απλά, έχει τη μέθοδο να τα καθιστά οικουμενικά».

- Η ελληνική ποίηση έχει κοινό στη Σουηδία;
«Οχι πια. Επί χούντας το ενδιαφέρον των Σουηδών ήταν πολύ μεγάλο για την Ελλάδα. Αργότερα "ξεφούσκωσε". Μέχρι πρόσφατα, σας θεωρούσαν τεμπέληδες και υπαίτιους για τα δεινά που περνάτε. Αυτή ήταν η οπτική που δινόταν στις ειδήσεις μας. Με τα επεισόδια στην ΕΡΤ οι Σουηδοί "ξύπνησαν", κατάλαβαν ότι κάτι δεν πηγαίνει καλά».

- Υπήρξαν κάποιοι άλλοι, από τους Ελληνες ποιητές που μεταφράσατε, με τους οποίους συνδεθήκατε;
«Ο Αναγνωστάκης και ο Λειβαδίτης».
Η Αριστερά

- Να υποθέσω ότι σας ένωσε η αριστερή ιδεολογία;
«Ναι. Διαψευστήκαμε όμως. Στη Σουηδία πλέον δεν πιστεύουμε σε ιδεολογίες».

- Με τα πρόσφατα επεισόδια στη Σουηδία, η εικόνα του ιδανικού κοινωνικού σουηδικού κράτους κατέρρευσε.
 
«Εχει καταρρεύσει εδώ και χρόνια. Η δεξιά κυβέρνηση την τελευταία δεκαετία έχει κάνει ό,τι μπορεί γι' αυτό».
 
- Οι καιροί που ζούμε είναι άκρως αντιποιητικοί. Εσείς γιατί επιμένετε να μεταφράζετε ποίηση;
«Τι άλλο έχουμε στη ζωή μας; Τα παιδιά μας, τα εγγόνια και την ποίηση. Δηλαδή τα όνειρα».

- Τη σχέση σας με την Ελλάδα πώς θα την περιγράφατε;
«Με μια λέξη: αγάπη».

(enet)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου